Που χόρευαν και τραγουδούσαν στην Δρόβιανη.
Όλος ο κόσμος κι ο ντουνιάς
φοβερέ μ’ Αλή Πασιά
Σε προσκυνάει βεζύρ’ αφέντη
Ένα χωριό είν’ η Δρόβιανη
φοβερέ μ’ Αλή Πασιά
Δεν προσκυνάει βεζύρ’ αφέντη
Πράτσικας σε πολεμάει
φοβερέ μ’ Αλή Πασιά
Με το χωριό του βεζύρ’ αφέντη
Τη Δρόβιανη δεν την πουλώ
Τσιφλίκι δεν την κάνω
Τον Πράτσικα τον πιάσανε
φοβερέ μ’ Αλή Πασιά
Στη φυλακή τον πάνε
βεζύρ αφέντη
Και γνώμη δεν αλλάζει
φοβερέ μ’ Αλή Πασιά.
Ανάμεσα τρεις θάλασσες, τριαντάφυλλο μ’ κόκκινο.
Πύργος θεμελιωμένος, νεράντζι και λεϊμόνι
Κι απάνω κόρη εκάθονταν, τριανταφυλλάκι μ’ κόκκινο.
Κι όλο φλωριά αρμαθιάζει, νεράντζι και λεϊμόνι.
Αρμάθιαζε ξαμαρθιαζε, τριανταφυλλάκι μ’κόκκινο.
Εννιά αρμαθούλες φτιάχνει, νεράντζι και λεϊμόνι.
Τις πέντε βάνει στο λαιμό, τριανταφυλλάκι μ’ κόκκινο.
Τις τέσσερις στα χέρια, νεράντζι και λεϊμόνι.
Για έβγα ήλιε μ’ για να βγω, τριανταφυλλάκι μ’ κόκκινο.
Για λάμψε για να λάμψω, νεράντζι και λεϊμόνι.
Εσύ κι αν λάμψεις ήλιε μου, τριανταφυλλάκι μ’ κόκκινο.
Μαραίνεις τα χορτάρια, νεράντζι και λεϊμόνι.
Εγώ κι αν λάμψω ήλιε μου, τριανταφυλλάκι μ’ κόκκινο.
Μαραίνω παλικάρια, νεράντζι και λεϊμόνι.
Δάσκαλοι δάσκαλοι
δάσκαλοι και παπάδες
πολύ γραμματισμένοι
Βαστάνε στα ζωνάρια τους
δάσκαλοι δάσκαλοι
ασημένιο καλαμάρι
δάσκαλοι δάσκαλοι
Στο γόνα τα αρτζουάλια
δάσκαλοι και παπάδες
Εσείς καλά τον ξέρετε
τον δάσκαλο Χαρίτωνα
δάσκαλοι δάσκαλοι
που ήτανε γραφιάς
δάσκαλοι και παπάδες
στους μπέηδες Δελβίνου
δάσκαλοι δάσκαλοι
στον Πάλλη τον επιάσανε
δάσκαλοι Και παπάδες
στα Γιάννενα τον πάνε
δάσκαλοι δάσκαλοι
πολύ γραμματισμένοι.
***
***
Πάρε Μάρω τη βαρέλα
και τον μαστραπά
Κι αγ’ ντε κάτω στο πηγάδι
αγ’ ντε για νερό
Δεν μπορώ μανούλα δεν μπορώ
Τι είναι ο Τάσος στο πηγάδι
που πλανεύει τα κορίτσια
και τις έμορφες
Αγ’ ντε Μάρω στο πηγάδι
αγ’ ντε για νερό……………..
. . . . .. . . . . . . . … ***
Ψηλό μου κυπαρίσσι
λιγάν οι κορφάδες σου
ποιός νέος θα φιλήσει
τις εμoρφάδες σου.
***
Τη σκάλα π’ ανεβαίνεις
να ανέβαινα κι εγώ και
κάθε σκαλοπάτι να σε
γλυκοφιλώ
***
Βασιλικός θα γίνω στο
παραθύρι σου
κι ανύπαντρος θα μείνω
για το χατίρι σου.
Βασιλικός θα γίνω στο
μπαλκονάκι σου κι
ανύπαντρος θα μείνω
για το μεράκι σου
***
Εσύ ήσουνα που μού ‘λεγες
αν δεν σε δω πεθαίνω
Τώρα γυρίζεις και μου λες
πού σε είδα που σε ξέρω
***
Μάγια μού ‘χεις καμωμένα και
τρελαίνομαι για σένα
Μάγια μού ‘κανε η μαμά σου
και έρχομαι στην γειτονιά σου
Μάγια μού ‘κανε η αδελφή σου
και τρελαίνομαι μαζί σου.
***
Τρεις κοπέλες λυγερές, μωρ’ λυγερές
παν στον κάμπο μοναχές, μωρ’ μοναχές
σα που να ‘βγαινε κανείς, μωρ’ να ‘βγαινε
κανείς τί θα κανάμαν εμείς.
Σταυραετός καθόντανε στον ήλιο και λιαζόντανε
να ριχτώ ν’ αρπάξω μια
να ριχτώ ν’ αρπάξω δυο, ν’ αρπάξω δυο
κι ας μου κόψουν τον λαιμό
να ριχτώ ν’ αρπάξω τρεις, ν’ αρπάξω τρεις
κι ας μου πάρουν την ψυχή.
***
Μωρή καλή γειτόνισσα
καλή γειτονοπούλα
Όταν λουστείς και χτενιστείς
μου ραγίζεις την καρδιά μου
Χελιδονάκι θα γινώ
στην πλάτη σου να κάτσω
να σε φιλήσω μια και δυο
και πάλιν να πετάξω
***
Γλώσσα μου γλυκιά μου γλώσσα
Άνοιξε κι πες μου καμπόσα
Όσα ξέρεις κι άλλα τόσα
Τον καιρό που σ’ αγαπούσα
όλο ξενοπερπατούσα
Σας τις έμορφες τηρούσα
Ποιά είν’ άσπρη, ποιά είν’ ρούσα
ποιά είν’ αυτή που πάει στ’ αμπέλι με
τσαπί και με δικέλι
Πάρε με και μεν κοπέλα
να σου παίρνω το δικέλι
***
‘Κούγω τον άνεμο κι αχάει, μωρέ Παπα Ντελή Παπά.
Τον κούγω και μαλώνει, Ντελή Παπά λεβέντη
Με τα βουνά εμάλωνε (1) με τα βουνά μαλώνει.
Εσείς βουνά των Γρεβενών, και πεύκα του Μετσόβου,
Εσείς καλά τον ξέρετε, αυτόν τον παπά - Γιώργη,
Πού ειταν μικρός στα γράμματα, μικρός στα πινακίδια,
Και τώρα σηκώθηκε αρματολός, αρματολός και κλέφτης
Όλα τα κάστρα πάτησε, κι όλα τα Μοναστήρια.
Το Μοναστήρι στους Αγιούς, δεν μπόρ’ να το πατήσει.
Τριγύρω, γύρω τόφερνε, Και σκάλα δεν του βρίσκει
Το Γούμενο εφώναξε, το Γούμενο φωνάζει:
Κατέβα κάτω Γούμενε, να με ξομολογήσεις
Γιατ’ έχω κάνει κρίματα, κι είμαι κριματισμένος,
Έχω σκοτώσει έναν παπά. εκεί που λειτουργούσε.
1. Γύρισμα: Μωρέ παπά Ντελή - παπά
" δεύτερου στίχου: Ντελή παπά λεβέvrη.
Έμορφος Γενίτσαρος, χήρας γιός
στο σεφέρ’ επήγαινε για πόλεμο
Πόλεμο δεν ηύρ’ ο νιός και γύρισε
γύρισε ξεγύρισε στον Τούρναβο
έσκυψε να πιει νερό στον Τούρναβο
Κλέφτες τον εβίγλισαν από μεριά
ντουφεκιές του δώσανε στο ψυχικό
Είχε δούλους πou κλαίγαν θλιβά - θλιβά
Τ’ έχεις δούλε μου και κλαις θλιβά - θλιβά
Πάρε ένα χρυσόραμμα και ράψε με ράψε με
πυκνά - πυκνά κι ανάλαφρα
Τ’ είμαι κι εγώ μαύρος νιός και με πονεί.
Εσείς μωρέ παιδιά κλεφτόϊπουλα
παιδιά της Αγια-Μαρίνας
μωρέ παιδιά καημένα
κι ας είστε λερωμένα
μωρέ παιδιά καημένα.
Μη πάτε στην μωρέ πατρίδα μας
μωρέ παιδιά κλεφτόϊπουλα
παιδιά της Αγια-Μαρίνας
κι ας είστε λερωμένα
μωρέ παιδιά καημένα
Ντουφέκια να μωρέ μη ρίξετε
τραγούδια να μην πείτε παιδιά
της Αγια-Μαρίνας
κι ας είστε λερωμένα
μωρέ παιδιά καημένα
Κι αν σας ρωτήσει μωρ’ η μάνα μου
η δόλια η αδελφή μου
παιδιά της Αγια-Μαρίνας
μωρέ παιδιά καημένα
κι ας είστε λερωμένα.
Μη πείτε πως μωρέ σκοτώθηκα
πως είμαι σκοτωμένος
Να πείτε πως μωρέ παντρεύτηκα
μωρέ παιδιά κλεφτόϊπουλα
παιδιά της Αγια-Μαρίνας
κι ας είστε λερωμένα
μωρέ παιδιά καημένα
Πως είμαι παντρεμένος
παιδιά της Αγια-Μαρίνας
κι ας είστε λερωμένα
μωρέ παιδιά καημένα
Πήρα την πέτρα πεθερά
την μαύρη γη γυναίκα
μωρέ παιδιά κλεφτόϊπουλα
παιδιά της Αγια-Μαρίνας.
***
Έσωσε χρόνος, μπήκαν δυό
πέρδικα μώρ’ πέρδικα
Δε σ’ είχα ανταμωμένη
μωρή πέρδικα γραμμένη
Και τώρα που σ’ αντάμωσα
πού ‘ρχεσαι απ’ το αμπέλι
βαστάς τα μήλα στην ποδιά
τ’ αχλάδια στο ζωνάρι
Δυo μήλα σου εγύρευα
και συ μου δίνεις πέντε
- ‘!Δεν θέλω εγώ τα μήλα σου
τα τσαλαπατημένα
θέλω τα δυο του κόρφου σου
τα, μοσχομυρισμένα".
-"Αυτά τα δυο που λες εσύ
άλλος λεβέντης τά ‘χει".
Αυτού ψηλά που περπατείς
Τριγόνα Τριγόνα
Μην είδες τον ασίκη μου
Τριγόνα Τριγόνα
Τον αγαπητικό μου
Τριγόνα Τριγόνα
Τον άντρα τον δικό μου
Τριγόνα Τριγόνα
Τον αγαπητικό σου
τον άντρα τον δικό σου
Εμείς προψές τον είδαμε
Τριγόνα μου καημένη
Μαύρα πουλιά τον τρώγανε κι
άσπρα τον τριγυρνούσαν
Τριγόνα μου καημένη.
Αμπέλι μου πλατύφυλλο
και κοντοκλαδεμένο
για δεν ανθείς για δεν καρπείς
σταφύλια για δεν κάνεις
Με χρέωσες παλιάμπελο
κι εγώ θα σε πουλήσω
μη με πουλάς αφέντη μου
κι εγώ σε ξεχρεώσω
για βάλε νιούς και σκάψε με
γερόντους κλάδεψέ με
βάλε γριές μισόκοπες
να με βλαστολογήσουν
βάλε κορίτσια ανύπαντρα να
με κορφολογήσουν.