H λαϊκή μας παράδοση και κληρονομιά.
Που χόρευαν και τραγουδούσαν στην Δρόβιανη.
Όλος ο κόσμος κι ο ντουνιάς
φοβερέ μ’ Αλή Πασιά
Σε προσκυνάει βεζύρ’ αφέντη
Ένα χωριό είν’ η Δρόβιανη
φοβερέ μ’ Αλή Πασιά
Δεν προσκυνάει βεζύρ’ αφέντη
Πράτσικας σε πολεμάει
φοβερέ μ’ Αλή Πασιά
Με το χωριό του βεζύρ’ αφέντη
Τη Δρόβιανη δεν την πουλώ
Τσιφλίκι δεν την κάνω
Τον Πράτσικα τον πιάσανε
φοβερέ μ’ Αλή Πασιά
Στη φυλακή τον πάνε
βεζύρ αφέντη
Και γνώμη δεν αλλάζει
φοβερέ μ’ Αλή Πασιά.
Ανάμεσα τρεις θάλασσες, τριαντάφυλλο μ’ κόκκινο.
Πύργος θεμελιωμένος, νεράντζι και λεϊμόνι
Κι απάνω κόρη εκάθονταν, τριανταφυλλάκι μ’ κόκκινο.
Κι όλο φλωριά αρμαθιάζει, νεράντζι και λεϊμόνι.
Αρμάθιαζε ξαμαρθιαζε, τριανταφυλλάκι μ’κόκκινο.
Εννιά αρμαθούλες φτιάχνει, νεράντζι και λεϊμόνι.
Τις πέντε βάνει στο λαιμό, τριανταφυλλάκι μ’ κόκκινο.
Τις τέσσερις στα χέρια, νεράντζι και λεϊμόνι.
Για έβγα ήλιε μ’ για να βγω, τριανταφυλλάκι μ’ κόκκινο.
Για λάμψε για να λάμψω, νεράντζι και λεϊμόνι.
Εσύ κι αν λάμψεις ήλιε μου, τριανταφυλλάκι μ’ κόκκινο.
Μαραίνεις τα χορτάρια, νεράντζι και λεϊμόνι.
Εγώ κι αν λάμψω ήλιε μου, τριανταφυλλάκι μ’ κόκκινο.
Μαραίνω παλικάρια, νεράντζι και λεϊμόνι.
Δάσκαλοι δάσκαλοι
δάσκαλοι και παπάδες
πολύ γραμματισμένοι
Βαστάνε στα ζωνάρια τους
δάσκαλοι δάσκαλοι
ασημένιο καλαμάρι
δάσκαλοι δάσκαλοι
Στο γόνα τα αρτζουάλια
δάσκαλοι και παπάδες
Εσείς καλά τον ξέρετε
τον δάσκαλο Χαρίτωνα
δάσκαλοι δάσκαλοι
που ήτανε γραφιάς
δάσκαλοι και παπάδες
στους μπέηδες Δελβίνου
δάσκαλοι δάσκαλοι
στον Πάλλη τον επιάσανε
δάσκαλοι Και παπάδες
στα Γιάννενα τον πάνε
δάσκαλοι δάσκαλοι
πολύ γραμματισμένοι.
***
***
Πάρε Μάρω τη βαρέλα
και τον μαστραπά
Κι αγ’ ντε κάτω στο πηγάδι
αγ’ ντε για νερό
Δεν μπορώ μανούλα δεν μπορώ
Τι είναι ο Τάσος στο πηγάδι
που πλανεύει τα κορίτσια
και τις έμορφες
Αγ’ ντε Μάρω στο πηγάδι
αγ’ ντε για νερό……………..
. . . . .. . . . . . . . … ***
Ψηλό μου κυπαρίσσι
λιγάν οι κορφάδες σου
ποιός νέος θα φιλήσει
τις εμoρφάδες σου.
***
Τη σκάλα π’ ανεβαίνεις
να ανέβαινα κι εγώ και
κάθε σκαλοπάτι να σε
γλυκοφιλώ
***
Βασιλικός θα γίνω στο
παραθύρι σου
κι ανύπαντρος θα μείνω
για το χατίρι σου.
Βασιλικός θα γίνω στο
μπαλκονάκι σου κι
ανύπαντρος θα μείνω
για το μεράκι σου
***
Εσύ ήσουνα που μού ‘λεγες
αν δεν σε δω πεθαίνω
Τώρα γυρίζεις και μου λες
πού σε είδα που σε ξέρω
***
Μάγια μού ‘χεις καμωμένα και
τρελαίνομαι για σένα
Μάγια μού ‘κανε η μαμά σου
και έρχομαι στην γειτονιά σου
Μάγια μού ‘κανε η αδελφή σου
και τρελαίνομαι μαζί σου.
***
Τρεις κοπέλες λυγερές, μωρ’ λυγερές
παν στον κάμπο μοναχές, μωρ’ μοναχές
σα που να ‘βγαινε κανείς, μωρ’ να ‘βγαινε
κανείς τί θα κανάμαν εμείς.
Σταυραετός καθόντανε στον ήλιο και λιαζόντανε
να ριχτώ ν’ αρπάξω μια
να ριχτώ ν’ αρπάξω δυο, ν’ αρπάξω δυο
κι ας μου κόψουν τον λαιμό
να ριχτώ ν’ αρπάξω τρεις, ν’ αρπάξω τρεις
κι ας μου πάρουν την ψυχή.
***
Μωρή καλή γειτόνισσα
καλή γειτονοπούλα
Όταν λουστείς και χτενιστείς
μου ραγίζεις την καρδιά μου
Χελιδονάκι θα γινώ
στην πλάτη σου να κάτσω
να σε φιλήσω μια και δυο
και πάλιν να πετάξω
***
Γλώσσα μου γλυκιά μου γλώσσα
Άνοιξε κι πες μου καμπόσα
Όσα ξέρεις κι άλλα τόσα
Τον καιρό που σ’ αγαπούσα
όλο ξενοπερπατούσα
Σας τις έμορφες τηρούσα
Ποιά είν’ άσπρη, ποιά είν’ ρούσα
ποιά είν’ αυτή που πάει στ’ αμπέλι με
τσαπί και με δικέλι
Πάρε με και μεν κοπέλα
να σου παίρνω το δικέλι
***
‘Κούγω τον άνεμο κι αχάει, μωρέ Παπα Ντελή Παπά.
Τον κούγω και μαλώνει, Ντελή Παπά λεβέντη
Με τα βουνά εμάλωνε (1) με τα βουνά μαλώνει.
Εσείς βουνά των Γρεβενών, και πεύκα του Μετσόβου,
Εσείς καλά τον ξέρετε, αυτόν τον παπά - Γιώργη,
Πού ειταν μικρός στα γράμματα, μικρός στα πινακίδια,
Και τώρα σηκώθηκε αρματολός, αρματολός και κλέφτης
Όλα τα κάστρα πάτησε, κι όλα τα Μοναστήρια.
Το Μοναστήρι στους Αγιούς, δεν μπόρ’ να το πατήσει.
Τριγύρω, γύρω τόφερνε, Και σκάλα δεν του βρίσκει
Το Γούμενο εφώναξε, το Γούμενο φωνάζει:
Κατέβα κάτω Γούμενε, να με ξομολογήσεις
Γιατ’ έχω κάνει κρίματα, κι είμαι κριματισμένος,
Έχω σκοτώσει έναν παπά. εκεί που λειτουργούσε.
1. Γύρισμα: Μωρέ παπά Ντελή - παπά
" δεύτερου στίχου: Ντελή παπά λεβέvrη.
Έμορφος Γενίτσαρος, χήρας γιός
στο σεφέρ’ επήγαινε για πόλεμο
Πόλεμο δεν ηύρ’ ο νιός και γύρισε
γύρισε ξεγύρισε στον Τούρναβο
έσκυψε να πιει νερό στον Τούρναβο
Κλέφτες τον εβίγλισαν από μεριά
ντουφεκιές του δώσανε στο ψυχικό
Είχε δούλους πou κλαίγαν θλιβά - θλιβά
Τ’ έχεις δούλε μου και κλαις θλιβά - θλιβά
Πάρε ένα χρυσόραμμα και ράψε με ράψε με
πυκνά - πυκνά κι ανάλαφρα
Τ’ είμαι κι εγώ μαύρος νιός και με πονεί.
Εσείς μωρέ παιδιά κλεφτόϊπουλα
παιδιά της Αγια-Μαρίνας
μωρέ παιδιά καημένα
κι ας είστε λερωμένα
μωρέ παιδιά καημένα.
Μη πάτε στην μωρέ πατρίδα μας
μωρέ παιδιά κλεφτόϊπουλα
παιδιά της Αγια-Μαρίνας
κι ας είστε λερωμένα
μωρέ παιδιά καημένα
Ντουφέκια να μωρέ μη ρίξετε
τραγούδια να μην πείτε παιδιά
της Αγια-Μαρίνας
κι ας είστε λερωμένα
μωρέ παιδιά καημένα
Κι αν σας ρωτήσει μωρ’ η μάνα μου
η δόλια η αδελφή μου
παιδιά της Αγια-Μαρίνας
μωρέ παιδιά καημένα
κι ας είστε λερωμένα.
Μη πείτε πως μωρέ σκοτώθηκα
πως είμαι σκοτωμένος
Να πείτε πως μωρέ παντρεύτηκα
μωρέ παιδιά κλεφτόϊπουλα
παιδιά της Αγια-Μαρίνας
κι ας είστε λερωμένα
μωρέ παιδιά καημένα
Πως είμαι παντρεμένος
παιδιά της Αγια-Μαρίνας
κι ας είστε λερωμένα
μωρέ παιδιά καημένα
Πήρα την πέτρα πεθερά
την μαύρη γη γυναίκα
μωρέ παιδιά κλεφτόϊπουλα
παιδιά της Αγια-Μαρίνας.
***
Έσωσε χρόνος, μπήκαν δυό
πέρδικα μώρ’ πέρδικα
Δε σ’ είχα ανταμωμένη
μωρή πέρδικα γραμμένη
Και τώρα που σ’ αντάμωσα
πού ‘ρχεσαι απ’ το αμπέλι
βαστάς τα μήλα στην ποδιά
τ’ αχλάδια στο ζωνάρι
Δυo μήλα σου εγύρευα
και συ μου δίνεις πέντε
- ‘!Δεν θέλω εγώ τα μήλα σου
τα τσαλαπατημένα
θέλω τα δυο του κόρφου σου
τα, μοσχομυρισμένα".
-"Αυτά τα δυο που λες εσύ
άλλος λεβέντης τά ‘χει".
Αυτού ψηλά που περπατείς
Τριγόνα Τριγόνα
Μην είδες τον ασίκη μου
Τριγόνα Τριγόνα
Τον αγαπητικό μου
Τριγόνα Τριγόνα
Τον άντρα τον δικό μου
Τριγόνα Τριγόνα
Τον αγαπητικό σου
τον άντρα τον δικό σου
Εμείς προψές τον είδαμε
Τριγόνα μου καημένη
Μαύρα πουλιά τον τρώγανε κι
άσπρα τον τριγυρνούσαν
Τριγόνα μου καημένη.
Αμπέλι μου πλατύφυλλο
και κοντοκλαδεμένο
για δεν ανθείς για δεν καρπείς
σταφύλια για δεν κάνεις
Με χρέωσες παλιάμπελο
κι εγώ θα σε πουλήσω
μη με πουλάς αφέντη μου
κι εγώ σε ξεχρεώσω
για βάλε νιούς και σκάψε με
γερόντους κλάδεψέ με
βάλε γριές μισόκοπες
να με βλαστολογήσουν
βάλε κορίτσια ανύπαντρα να
με κορφολογήσουν.
Δημοτικά τραγούδια της ξενιτιάς
Χρυσό πουλάκι που πετάς ψηλά εις τον αγέρα
Άκουσε κάτι θα σου ειπή μια δύστυχη μητέρα:
Άκουσε πόνους και καημούς που έχω στην καρδιά μου
και μέρα νύχτα με τρυπούν βαθειά στενάγματά μου,
Είμαι Μητέρα και πονώ και τέτοιο δάκρυ χύνω
πού στέρεψαν απ' το βογγητό τα μάτια κι απ' το θρήνο.
Έχω παιδί στην ξενιτιά πολύ μακρυά στα ξένα
και σε ερωτώ, τα νιάτα του αν είδες τα γραμμένα.
Άκουσε στάσου, μην πετάς πουλί ξενιτεμένο
έχω ενα λόγο να σου ειπώ, κρυφό και πικραμένο!
Εκεί που πάς στα μακρυά, αντάμωσε το γιό μου.
Πές του με στέλνει η μάνα σου και ψάλε τον καημό μου.
Πές του εδώ πως άφησε μια μάνα, μια γυναίκα
χρόνια να τον ηδουν, σωστά, στα τα μάτια, δέκα.
άφησε δόλια oμoρφονιά με δυο μικρά βλαστάρια,
που λάμπουν τα ματάκια τους σαν τα μαργαριτάρια.
Πές του πουλί, πως άρραξαν τα μάτια μου τηρώντας
το ακριβό και μοναχό παιδί μου καρτερώντας.
Τα χέρια και τα πόδια μου τα δέρνει μια τρεμούλα
κι απ' τον πόνο τον πολύ ραγίζετε η καρδούλα
Στο στήθος μου ακούμπησε του χάρου το μαχαίρι
και πλέον τέτοια βάσανα ψυχή δεν υποφέρει.
"Άπλωσε, πάρτο το δώστου το το μαύρο μου μαντήλι
πώχει ενα δάκρυ μου θερμό και φίλημα απο τα χείλη
να τώχει για ενθύμισι κι όταν γυρίσει πάλι
και βρη τότε τη μάνα του στου χάρου την αγκάλη,
πές του να ανάψει ένα κερί στου τάφου μου το μνήμα.
Φύγε και πέστου του την ευχή, τη στέλλω με το κύμα".
Και το πουλί γοργόφτερο εχάθη στον αιθέρα
Πετάει, τρέχει μακρυά στα ξένα, νύχτα μέρα.
Η μάνα το καρτέραε χαιρετισμό να φέρει,
απ' το παιδί που βρίσκεται στης ξενιτιάς τα μέρη.
Πέρασαν χρόνια και καιροί, και μια καλή ημέρα
νά το πουλί και έρχεται και λέγει στη μητέρα:
Άντάμωσα τον γιόκα σου, τον είδα πικραμένον
και από σεκλέτια και καϋμούς τον είδα φορτωμένον.
Είχε δυο χρόνια άρρωστος βαρειά εις το κρεβάτι
και δεν σταμάτησε ποτέ το δάκρυ απ'το μάτι,
δεν είχε μάνα να τον δη, τον πόνο του να γιάνη
και τη γυναίκα στο πλευρό ταις πίκραις να γλυκάνη.
Είμαι Ηπειρώτης και πονώ, μου είπε για πατρίδα
πονώ για την μητέρα μου που χρόνια δεν την είδα
Πονώ για την γυναίκα μου, πονώ για τα παιδιά μου,
πάντοτε εκεί έχω το νου μη και καίγεται η καρδιά μου.
Φταίει η τύχη η σκληρή, μου είπε, και αρχίζει
ένα θερμό του δάκρυο στο μάτι να σφουγγίζη.
Τα βάσανα του μάραναν τα νιάτα και τα κάλλη
και να του πέφτει άρχισε και πάχνη στο κεφάλι.
Αυτά μου είπε, δύστυχη μητέρα, το παιδί σου
και τώρα πάλι θα το ιδώ εκεί με την ευχή σου.
Τρέχει πετάει το πουλί κι η δύστυχη μανούλα
σωριάζεται λιπόθυμη με ρίγος και τρεμούλα.
Πέρασαν χρόνοι δυό και τρεις κι ο νιός τότε γυρίζει
και στης γλυκειάς μανούλας του το μνήμα γονατίζει.
Σκύβει, φιλεί το χώμα της, παράπονο τον πιάνει
καίει κανδύλα και κερί και μυριστό λιβάνι.
Ζητεί της μάνας την ευχή που πήγε πικραμένη
κι η προσευχή του στον Θεό ως αστραπή πηγαίνει.
"Ω! Ηπειρώτικα παιδιά, που φεύγετε στα ξένα
και είστε φιλοπάτριδα, στον κόσμο ξακουσμένα
τους φίλους σας και συγγενείς ποτέ μη λησμονήτε,
κι από καρδιά για τη γλυκειά Πατρίδα να πονήτε".
Ξενιτεμένο μου πουλί και παραπονεμένο
η ξενιτιά σε χαίρεται κι εγώ 'χω τον καημό σου
Τα ξένα τρων τα νιάτα σου, τρώνε την λεβεντιά σου
Τί να σου στείλω ξένε μου τί να σου προβοδίσω
να στείλω μήλο σέπεται κυδώνι μαραγκιάζει
να στείλω μoσκoστάφυλλo, στο δρόμο ξεσπειριάζει
να στείλω και το δάκρυ μου σ' ένα φtενό μαντήλι
το δάκρυ μου είναι κοφτερό και καίει το μαντήλι.
Ανάθεμά σου ξενιτιά με τα φαρμάκια πώχεις
Τη χαραυγή σηκώνομαι, γιατί ύπνος δεν με παίρνει
ανοίγω το παράθυρο κοιτώ τους διαβάτες
κοιτάω τις γειτόνισσες και τις καλοτυχάω
με τα παιδιά στην αγκαλιά να τα γλυκοβυζαίνουν
με παίρνει το παράπονο το παραθύρι αφήνω
και γυρνώ μέσα κάθομαι και μαύρα δάκρυα χύνω.
Γλυκοχαράζουν τα βουνά κι έμορφες κοιμώνται
τα παληκάρια τα καλά για ξένα ξεκινούνε
Ανάθεμάσε ξενιτιά που μας παίρνεις τα καλύτερα παιδιά.
Ένα πουλί θαλασσινό κι ένα πουλί βουνήσιο
μαλώνει το θαλασσινό και λέει στο βουνήσιο
- Μη με μαλώνεις βρε πουλί και μη με παραπαίρνεις
κι εγώ πουλί δεν κάθομαι στον τόπο σου να ζήσω
Αν κάτσω Μάη και Θερτή κι όλον τον Αλωνάρη
αν κάτσω και τον Αύγουστο και δυο και τρεις ημέρες
Αψήνω γεια στις έμορφες και γεια στις μαυρομάτες
κι εγώ πάω στον τόπο μου, γυρνάω στους δικούς μου.
Και τί καλό 'χω να χαρώ να παίξω να γελάσω
τα χέρια που μ' αγκάλιαζαν είναι μακριά στα ξένα
Τίνος χεράκια τον κερνούν και τα δικά μου τρέμουν
Ανάθεμά σου ξενιτιά με τα πολλά φαρμάκια.
Άσπρα μου πουλιά, μαύρα μου χελιδόνια
για χαμηλώστε τα φτερά και τις μακριές φτερούγες
για να σας δώσω μια γραφή και το καλό το γράμμα
Να το πάτε στην αγάπη μου που νε μακριά στα ξένα
Βουλιόμαι μια, βουλιόμαι δυο,βουλιόμαι τρεις και πέντε
Βουλιόμαι να ξενιτευτώ, στα έρημα τα ξένα
Κι όσα βουνά κι αν διαβώ, όλα τα παραγγέλω
Βουνά μου μη χιονίσετε, κάμποι μη παχνίσετε
Όσο να πάω και να ‘ρθώ και πίσω να γυρίσω
Ώρα καλή λεβέντη μου, να πάς καλά να ερθείς καλά
να φέρεις γρόσια στο σακί φλουριά μες στο δυσάκι
να φέρεις κι μια ασημόκουπα, να σε κερνώ να πίνεις
Εσύ να πίνεις το κρασί κι εγώ να λάμπω μέσα μου
Καρδιά καλή, καρδιά κακή, καρδιά βαλαντωμένη
γιατί δεν παίζεις, δεν γελάς, πως ήσουν μαθημένη
Τί σού ‘κανα και κάκιωσες, λαμπάδα μου γραμμένη
Κι εγώ πάω στη ξενιτιά με την καρδιά καμμένη
Τήραμε κόρη μου τήραμε όσο να σκαπετήσω.
Κι ο ζωντανός ο χωρισμός παρηγοριά δεν έχει
χωρίζεται η Μάνα απ' το παιδί και το παιδί απ' τη Μάνα.
Χωρίζονται τα αντρόγενα, τα πολύ αγαπημένα
Στον τόπο που χωρίζονται χορτάρι δεν φυτρώνει
κι αν θα φυτρώσει, κίτρινο και μαραμένο θα 'ναι
Η Χαριτωμένη συντροφιά μου λέει να τραγουδήσω
Κι εγώ της λέω δεν μπορώ, τραγούδια 'γω δεν ξέρω
Τραβάτε με να σηκωθώ και βάλτε με να κάτσω
να πω τραγούδια θλιβερά και παραπονεμένα
Χωρίζει η μάνα το παιδί και το παιδί τη Μάνα
Στον τόπο που χωρίζονται χορτάρι δεν φυτρώνει
κι αν φυτρώσει κίτρινο κι αυτό μαραγκιασμένο
Ήπειρο λεβεντογέννα, εσύ με γέμισες και εμένα
Κι αν με πήρανε τα ξένα, δεν ξεχνώ ποτέ εσένα
Ήπειρο λεβεντογέννα, σωματικά βρίσκομαι στα ξένα
ψυχικά και με καρδιά, βρίσκομαι πάντα σε σένα
Ήπειρο λεβεντογέννα.
Γεια σου μωρή Ρεβένιτσα και συ
Κουρί της Πίκως
που καρτερείς την άνοιξη
να πρωτοπρασινίσεις
και οι κούκοι καβαλάρηδες εδώ
να ξεπεζέψουν
απ' τα άσπρα τα κουκάλογα για
να πρωτολαλήσουν.
Γεια σου, χαρά σου,βρε Κακό,
βουνό ψηλό και Μέγα
με τις ψηλές βελανιδιές
και τους ψηλούς φτελιάδες, που
φτάνουν ως τον ουρανό και
παίρνουνε κυράδες, άσπρες
νυφάδες του χιονιού τρανές
χιονοστοιβάδες.
Και συ Ντριάνε όμορφε
πό 'χεις τις κρύες βρύσες,
πό 'χεις το τσάι στην κορφή στους
πρόποδες το μάη
σε ζήλεψε η Χείλαινα
και θέλει να σε πάρει.
Θα σε παντρέψει ο Αηλιάς το
γραμμωτό Σοπότι
πό 'χει τα κιάλια στην κορφή και
φαίνονται όλοι οι τόποι. Βουνά που
στήνετε χορό τριγύρω στο χωριό
μου αγέρωχα,περήφανα
παραμυθένια κάστρα
με τις ψηλές κορφάδες σας όπου
ακουμπάνε σ' άστρα, τις λούζανε
τα σύννεφα,
το χιόνι τις ασπρίζει,
τις νανουρίζει ο άνεμος
και τις γλυκοκοιμίζει,
με χίλια-δυο αρώματα
και χρυσαφένια τόξα
που στέλνει ο ήλιος το πρωί
που στέλνει και το βράδυ.
Βουνά μου μολυβόχρωμα
βουνά μου αγαπημένα…
δεκάδες τα τραγούδια μας
πού 'γραψαν οι παππούδες
τα τραγουδούνε στις χαρές
αγόρια, κοπελούδες.
Είναι τραγούδια ηρωϊκά,
παλικαριάς τραγούδια. Άλλα
γι’ αγάπες μας μιλούν της
νερατζιάς λουλούδια.
"Νεράτζι από τη νερατζιά
και φύλλο από μυσήρι νά
‘χα ναράτζι νά 'ριχνα στο
πέρα παραθύρι,
να τσάκιζα το μαστραπά
πόχει το καριοφύλι".
Κι άλλα είναι της ξενιτιάς
και άλλα μοιρολόγια έχουν
μοτίβο λαϊκό και
πικραμένα λόγια.
Είναι μεγάλος θησαυρός,
μεγάλη εποποιία έχουνε
γνωμικά πολλά έχουν
φιλοσοφία.
Δάσκαλοι, λαογράφοι μας
μαζέψτε τα τραγούδια όπως
μαζεύουν οι μέλισσες το μέλι
απ’ τα λουλούδια.
Να τραγουδούνε νιές και νιοί με
πάρσιμο με ίσο,
να τάχουνε κληρονομιά γενιές
που θάρθουν πίσω.
Όμορψη είσαι εσύ ω Δρόβιανη
χωριό μου αγαπημένο,
αμέτρητοι είναι οι θησαυροί
όπου γεννά το χώμα
το απαλό, το γόνιμο
το ιδρωποτισμένο
και τ' όνομά σου όμορφο
στον κόσμο ξακουσμένο
για τα περίσσια γράμματα
και τα πολλά τραγούδια
που λεν για τους δασκάλους σου
που λεν για τους παπάδες
"Δάσκαλοι από την Δρόβιανη
δάσκαλοι, δάσκαλοι
πολύ γραμματισμέvοι δάσκαλοι
και παπάδες"
που λεν και για τον Πράτσικα το
μέγα Πατριώτη
που τά 'βαλε με τον Αλή τσεφλίκι
να μη γένεις.
Μέσα στις φλόγες μ' έριξαν
τα χρυσαφένια αγρίμια, μου
κάψαν τα σπιτάκια μου με
κάνανε συντρίμια.
Οι κουκουβάγιες συντροφιά
μου κάνουνε τα βράδια στων
χαλασμάτων το σωρό απάνω
στα γκριμάδια.
Μοιρολογούν το χαλασμό μου
στήνουν μοιρολόγια
με κλαίει ο γκιώνης στο Καστρί κι
ο κούκος στα Περβόλια.
Αγαπημένη Δρόβιανη χιλιοτραγουδισμένη
με τα δέντρα τ’ Αη Δήμητρα, τη
χλόη του Ντριάνου στην
ανθοστόλιστη πλαγιά που μένεις
ξαπλωμένη
στα πράσινα σε ντύνουνε,
καμάρι του Ντουργκάνου
τα δάση που σε κρύβουνε
γλυκά σε νανουρίζουν
και σε χαϊδεύουν τρυφερά και
σε γλυκοκοιμίζουν. Όταν
φουντώνει η άνοιξη και
λιώνουνε τα χιόνια, ανοίγει ο
Μάης λούλουδα μοσχοβολούν
οι τόποι.
Σε τραγουδάνε τα πουλιά
παίζουν τ' αηδόνια
όμορφοι κι ολοπράσινοι
γίνονται οι λόφοι,
φυσά τ' αγέρι σιγανά,
μηνά το καλοκαίρι,
το λέει ο κούκος στα βουνά κι η
πέρδικα στη φτέρη. Πάνε τα
γίδια στα βουνά
τα πρόβατα στα πλάγια,
βοσκούνε χόρτα και δροσιά
λαλούν κουδούνια ταιριαστά
στο Πλατυβούνι πέρα
κιακούς αντααλους γλυκούς απ’
τη βραχνή φλογέρα.
Και σαν περάσεις Θεριστή και
φύγεις Αλωνάρη
πίσω θε νά 'ρθει ο Αύγουστος ο
βαρυφορτωμένος
με μήλα ροδοκόκκινα, σταφύλια
κεχριμπάρι.
Του μόχθου ο καλοπληρωτής
καλό καρτερεμένος.
Και όταν η νεράιδα μας
βγάλει τα νυφικά της
κι όταν την πιάσει η χειμωνιά
και του βοριά τα χιόνια,
καλότυχος ποιός βρίσκεται
μέσα στη συντροφιά της, τόνε
φιλεύει κάστανα,
ρόιδα γλυκά, κυδώνια,
σύκα στεγνά,μουστόπιτες,
κάχτα καλοψημένη
αδρύ, κρασί μουστόσυρμα
ρακή μεταβγαλμένη
Δρόβιανη Μάης 1960
Ψηλά στη Μαραντοράχη έσκασε
το φεγγάρι, ελούστηκε,εδείπνησε
και βγήκε νυσταγμένο
κι ανέβαινε σιγά-σιγά
ολόλαμπρο με χάρη.
Πάνω στο θόλο τ' ουρανού
σαν πιάτο ασημένιο.
Η Πούλια το συνόδευε
με τ’ άστρα της τα έξι
και κάτω εκεί στη Χείλαινα
στο Κόκκινο Λιθάρι
εχλώμιασε ο Αυγερινός
και πάει να βασιλέψει.
Κι ο Γιαλατζής αποβραδύς
φαινόταν στον αιθέρα
σαν η φωτιά των πιστικών
απάνω στην Παιχνίδα,
και έστειλε μηνύματα
στον Πολικό Αστέρα.
Πάει εχάθηκε κι αυτός
και πάλι δεν τον είδα.
Οι πιστικοί συνάχτηκαν
σαν βγήκε το φεγγάρι,
να αρμέξουνε τα πρόβατα
ν' αρμέξουν το κοπάδι.
Κι ο γαλατάς αμούστακος,
λεβέντης,παλικάρι
τα πήρε, τα ροβόλησε
στην πέτρινη τη στρούγκα.
Και μέσα στο ξεφάντωμα
στου φεγγαριού τη φέξη
αρμέγουνε τα πρόβατα
γεμίζουν τα καρδάρια
σκυφτοί,σκυφτοί σηκώνουνται
φορτώνουν τα μουλάρια.
Και πάλι παν για βόσκιμα
και πάλι να ποτίσουν
κάτω στο Κεφαλόβρυσο
στα δροσερά χορτάρια.